χωριάτης


χωριάτης
ο, ΝΜ, θηλ. χωριάτα και χωριάτισσα, Ν
κάτοικος χωριού, χωρικός
νεοελλ.
1. μτφ. άνθρωπος αγροίκος, απολίτιστος, άξεστος
2. παροιμ. φρ. α) «ο χωριάτης κι αν πλουτήνει, το τσαρούχι δεν τ' αφήνει» — δηλώνει ότι οι πολύχρονες συνήθειες δεν ξεχνιούνται εύκολα
β) «χωριάτης άγιος κι αν γενεί, να μην τόν προσκυνήσεις» και «χωριάτης εγεννήθηκε, ματσούκα πελεκιέται» — λέγεται για όσους εκ φύσεως είναι ανάξιοι κάθε εκτίμησης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χωρίον / χωριό + κατάλ. -άτης (πρβλ. αγώγι: αγωγι-άτης)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • χωριάτης — [хорьатис] ουσ а крестьянин, (μεταφ.) мужик, деревенщина …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • χωριάτης — ο θηλ. χωριάτισσα και χωριάτα 1. αυτός που κατάγεται από χωριό. 2. αγροίκος, άξεστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βλάχος — Ολόστεο ψάρι της τάξης των περκομόρφων, της οικογένειας των σερρανιδών. Ονομάζεται επιστημονικά πολυτφίων ο πρηνής.Είναι μεγαλόσωμος (το μήκος του φτάνει τα 2 μ. και το ύψος του τα 70 εκ.), έχει σχήμα ωοειδές και καλύπτεται από αγκαθωτά λέπια. Η… …   Dictionary of Greek

  • χωριατεύω — Ν [χωριάτης] φέρομαι σαν απολίτιστος χωριάτης …   Dictionary of Greek

  • χωριατοφέρνω — Ν (αμτβ.) έχω κάπως χωριάτικη συμπεριφορά, φέρομαι σαν χωριάτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < χωριάτης + φέρνω (πρβλ. μικρο φέρνω)] …   Dictionary of Greek

  • χωριατοφέρνω — συμπεριφέρομαι σαν χωριάτης, μοιάζω σαν χωριάτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Vlachs — Vlach (  /ˈvlɑː …   Wikipedia

  • -ικός — (ΑΜ ικός) κατάλ. που προήλθε από τον συνδυασμό τού ΙΕ επιθήματος kο με θέματα σε i . Στην Ελληνική ο συνδυασμός αυτός παραμένει ευδιάκριτος σε επίθ. όπως φυσι κό ς (< φύσι ς), μαντι κό ς (< μάντι ς). Το ΙΕ επίθημα * kο υπήρξε παραγωγικότατο …   Dictionary of Greek

  • αγροδίαιτος — ἀγροδίαιτος, ον (Α) αυτός που ζει στους αγρούς, στην εξοχή, χωρικός, χωριάτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγρός + δίαιτα] …   Dictionary of Greek

  • αγροικίζομαι — ἀγροικίζομαι, (Α) [ἄγροικος] φέρομαι με τρόπο αγροίκο και ανόητο, είμαι αγενής, άξεστος, χωριάτης …   Dictionary of Greek